περιωδεύκαμεν
περιώδευσαν
περιωδεύσαμεν
περιώδυνος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc/Fem
  • Meaning: exceeding painful
περιῳκοδόμημαι
περιῳκοδόμησαν
περιών
  • Parse #1: Part: Pres Act Nom Sing Masc
  • Root: περάω
  • ----------
  • Parse #2: Part: Pres Act Nom Sing Masc
  • Root: περίειμι