- προσάββατον
-
- Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
- Meaning:
- day before the sabbath
- Friday
- Cognates:
- Forms:
Neuter Singular Plural NOM προσάββατον προσάββατα GEN προσαββάτου προσαββάτων DAT προσαββάτῳ προσαββάτοις ACC προσάββατον προσάββατα
- προσαββάτου
-
- Parse: Noun: Gen Sing Neut
- Root: προσάββατον
- προσαββάτων
-
- Parse: Noun: Gen Plur Neut
- Root: προσάββατον
- προσαγαγεῖν
-
- Parse: Verb: 2Aor Act Infin
- Root: προσάγω
- προσαγάγετε
-
- Parse: Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
- Root: προσάγω
- προσαγάγῃς
-
- Parse: Verb: Aor Act Subj 2nd Sing
- Root: προσάγω
- προσαγάγητε
-
- Parse: Verb: Aor Act Subj 2nd Plur
- Root: προσάγω
- προσαγαγόντες
-
- Parse: Part: 2Aor Act Nom Plur Masc
- Root: προσάγω
- προσαγάγου
-
- Parse: Verb: Aor Mid Imperative 2nd Sing
- Root: προσάγω
- προσαγαγοῦσα
-
- Parse: Part: Aor Act Nom Sing Fem
- Root: προσάγω
- προσαγαγών
-
- Parse: Part: Aor Act Nom Sing Masc
- Root: προσάγω
- προσαγγεῖλαι
-
- Parse:
- Verb: Aor Act Infin
- Verb: Aor Act Opt 3rd Sing
- Root: προσαγγέλλω
- Parse:
- προσαγγελέντος
-
- Parse: Part: Aor Pass Gen Sing Masc/Neut
- Root: προσαγγέλλω
- προσαγγελθῇ
-
- Parse: Verb: Aor Pass Subj 3rd Sing
- Root: προσαγγέλλω
- προσαγγελία
-
- Parse: Noun: Nom Sing Fem
- Meaning: the bringing of a message
- Cognates:
ἀγγελία, ἀναγγελία, ἀντιπαραγγελία, ἀπαγγελία, διαγγελία, εἰσαγγελία, ἐνεπαγγελία, ἐξαγγελία, ἐπαγγελία, εὐαγγελία, κακαγγελία, καταγγελία, κατεπαγγελία, παραγγελία, προαγγελία, προσαγγελία, ψευδαγγελία
Feminine Noun Singular Plural NOM προσαγγελία προσαγγελίαι GEN προσαγγελίας προσαγγελιῶν DAT προσαγγελίᾳ προσαγγελίαις ACC προσαγγελίαν προσαγγελίας VOC προσαγγελία προσαγγελίαι
- προσαγγέλλειν
-
- Parse: Verb: Pres/Aor Act Infin
- Meaning: to announce, bring news
- Root: προσαγγέλλω
- προσαγγέλλω
-
- Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
- Meaning:
- to announce, report
- to inform orally
- Cognates:
ἀγγέλλω, ἀναγγέλλω, ἀπαγγέλλω, διαγγέλλω, ἐξαγγέλλω, εὐαγγελίζω, ἐπαγγέλλω, καταγγέλλω, παραγγέλλω, προαπαγγέλλω, προεπαγγέλλω, προευαγγελίζομαι, προκαταγγέλλω, προσαγγέλλω
- Forms:
- προσαγγεῖλαι Verb: Aor Act Infin
- προσαγγελέντος Part: Aor Pass Gen Sing Masc
- προσαγγελθῇ Verb: Aor Pass Subj 3rd Sing
- προσήγγειλαν Verb: 1Aor Act Ind 3rd Plur
- προσήγγειλε(ν) Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
- προσάγγελμα
-
- Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
- Meaning: report, return, declaration
- Cognates:
ἄγγελμα, ἀνάγγελμα, διάγγελμα, ἐπάγγελμα, παράγγελμα, προάγγελμα, προαπάγγελμα, προσάγγελμα
Neuter Noun Singular Plural NOM προσάγγελμα προσαγγέλματα GEN προσαγγέλματος προσαγγελμάτων DAT προσαγγέλματι προσαγγέλμασι(ν) ACC προσάγγελμα προσαγγέλματα VOC προσάγγελμα προσαγγέλματα
- προσαγειόχασιν
-
- Parse: Verb: Perf Act Ind 3rd Plur
- Root: προσάγω
- προσάγεται
-
- Parse: Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Sing
- Root: προσάγω
- προσαγηόχασι
-
- Parse: Verb: Perf Act Ind 3rd Plur
- Root: προσάγω
- προσάγομεν
-
- Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Plur
- Root: προσάγω
- προσάγοντα
-
- Parse:
- Part: Pres Act Nom/Acc Plur Neut
- Part: Pres Act Acc Sing Masc
- Root: προσάγω
- Parse:
- προσάγονται
-
- Parse: Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Plur
- Meaning: to bring to
- Root: προσάγω
- προσάγοντας
-
- Parse: Part: Pres Act Acc Plur Masc
- Root: προσάγω
- προσάγοντες
-
- Parse: Part: Pres Act Nom Plur Masc
- Root: προσάγω
- προσάγοντος
-
- Parse: Part: Pres Act Gen Sing Masc/Neut
- Meaning: to bring to
- Root: προσάγω
- προσαγόντων
-
- Parse: Part: Pres Act Gen Plur Masc/Neut
- Root: προσάγω
- προσαγορεύετε
-
- Parse:
- Verb: Imperfect Act Ind 2nd Plur
- Verb: Pres Act Ind/Imperative 2nd Plur
- Root: προσαγορεύω
- Parse:
- προσαγορευθείς
-
- Parse: Part: Aor Pass Nom Sing Masc
- Root: προσαγορεύω
- προσαγορευθέντος
-
- Parse: Part: Aor Pass Gen Sing Masc/Neut
- Root: προσαγορεύω
- προσαγορευόμενος
-
- Parse: Part: Pres Mid/Pass Nom Sing Masc
- Root: προσαγορεύω
- προσαγορεύουσιν
-
- Parse: Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
- Root: προσαγορεύω
- προσαγορεύσας
-
- Parse:
- Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
- Part: Aor Act Nom Sing Masc
- Root: προσαγορεύω
- Parse:
- προσαγορεύσεις
-
- Parse: Verb: Fut Act Ind 2nd Sing
- Root: προσαγορεύω
- προσαγορεύω
-
- Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
- Meaning:
- to call, name, designate
- to call by the name of
- to address someone by saying
- to greet
- Cognates:
ἀγορεύω, ἀναγορεύω, ἀπαγορεύω, διαγορεύω, ἐξαγορεύω, καταγορεύω, προσαγορεύω, ὑπαγορεύω
- Forms:
- προσάγουσιν
-
- Parse: Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
- Root: προσάγω
- προσάγω
-
- Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
- Meaning:
- Transitive
- to bring (someone forward)
- to offer
- to present (someone to another)
- to conduct
- to apply (a whip)
- Intransitive
- to come near, approach
- Military
- to engage in fight
- to move toward the attack
- Transitive
- Cognates:
ἄγω, ἀνάγω, ἄγω, ἀντιπαράγω, ἀπάγω, ἀποσυνάγω, διάγω, διεξάγω, εἰσάγω, ἐπάγω, ἐπανάγω, ἐπισυνάγω, ἐξάγω, κατάγω, μετάγω, παράγω, παρεισάγω, περιάγω, προάγω, προσάγω, ῥοσάγω, συνάγω, συναπάγω, ὑπάγω, ὑπεράγω
- Forms:
- προσαγωγή
-
- Parse: Noun: Nom Sing Fem
- Meaning: access, admission, access
- Cognates:
ἀγωγή, ἀντιπαραγωγή, ἀπαγωγή, διαγωγή, ἐπαγωγή, ἐπεισαγωγή, ἐπισυναγωγή, προσαγωγή, συναγωγή
- Forms:
Feminine Noun Singular Plural NOM προσαγωγή προσαγωγαί GEN προσαγωγῆς προσαγωγῶν DAT προσαγωγῇ προσαγωγαῖς ACC προσαγωγήν προσαγωγάς VOC προσαγωγή προσαγωγαί
- προσαγωγήν
-
- Parse: Noun: Acc Sing Fem
- Root: προσαγωγή
- προσαιτεῖς
-
- Parse: Verb: Pres/Imperfect Act 2nd Sing
- Root: προσαιτεῖς
- προσαιτέω
-
- Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
- Meaning: to beg, ask besides
- Cognates:
αἰτέω, ἀπαιτέω, διαιτέω, ἐκδιαιτέω, ἐξαιτέομαι, ἐξαιτέω, ἐπαιτέω, παραιτέομαι, παραιτέω, προσαιτέω
- Forms:
- προσαιτήσουσι(ν) Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
- προσαιτῶν Part: Pres Act Nom Sing Masc
- προσαιτήσουσι, προσαιτήσουσιν
-
- Parse: Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
- Root: προσαιτέω
- προσαναβαίνει
-
- Parse: Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
- Root: προσαναβαίνω
- προσαναβαίνω
-
- Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
- Meaning:
- to go up, move up, ascend
- to mount
- Cognates:
βαίνω, ἀναβαίνω, ἀποβαίνω, διαβαίνω, ἐκβαίνω, ἐμβαίνω, ἐπιβαίνω, καταβαίνω, μεταβαίνω, παραβαίνω, παρεκβαίνω, προβαίνω, συγκαταβαίνω, συμβαίνω, συναναβαίνω, ὑπερβαίνω
- Forms:
- προσαναβαίνει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
- προσαναβάντες Part: Aor Act Nom Plur Masc
- προσαναβῆναι Verb: Aor Act Infin
- προσανάβηθι Verb: 2Aor Act Imperative 2nd Sing
- προσαναβήσεται Verb: Fut Mid Ind 3rd Sing
- προσανέβησαν Verb: 1Aor Act Ind 3rd Plur
- προσαναβάλλω
-
- Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
- Meaning: to throw upward
- Note: Like ἀναβάλλω
- Cognates:
βάλλω, ἀμφιβάλλω, ἀναβάλλω, ἀνεκβάλλω, ἀνθυπερβάλλω, ἀνθυποβάλλω, ἀντεισβάλλω, ἀντεμβάλλω, ἀντιβάλλω, ἀντιδιαβάλλω, ἀντικαταβάλλω, ἀντιμεταβάλλω, ἀντιπαραβάλλω, ἀντιπεριβάλλω, ἀπεκβάλλω, ἀποβάλλω, ἀποπροβάλλω, διαβάλλω, διαμφιβάλλω, διαναβάλλω, διεκβάλλω, διεμβάλλω, διυποβάλλω, ἐγκαταβάλλω, εἰσβάλλω, ἐκπροβάλλω, ἐκβάλλω, ἐμβάλλω, ἐμπεριβάλλω, ἐνδιαβάλλω, ἐνιβάλλω, ἐπαμφιβάλλω, ἐπαναβάλλω, ἐπεισβάλλω, ἐπεκβάλλω, ἐπεμβάλλω, ἐπιβάλλω, ἐπιδιαβάλλω, ἐπικαταβάλλω, ἐπιπαρεμβάλλω, ἐπιπροβάλλω, ἐπιπροσβάλλω, καββάλλω, καθυπερβάλλω, καθυποβάλλω, καταβάλλω, καταπροβάλλω, μεταβάλλω, παραβάλλω, παρακαταβάλλω, παρασυμβάλλομαι, παρεισβάλλω, παρεκβάλλω, παρεμβάλλω, παρεπιβάλλω, περιβάλλω, περικαταβάλλω, περιπροβάλλω, προαποβάλλω, προβάλλω, προδιαβάλλω, προεισβάλλω, προεκβάλλω, προεμβάλλω, προεπιβάλλω, προκαταβάλλω, προμεταβάλλω, προπαραβάλλω, προσαναβάλλω, προσαντιβάλλω, προσαποβάλλω, προσβάλλω, προσδιαβάλλω, προσεκβάλλω, προσεμβάλλω, προσεπεμβάλλω, προσεπιβάλλω, προσκαταβάλλω, προσπαρεμβάλλω, προσπεριβάλλω, προσσυναποβάλλω, προσυπερβάλλω, προσυποβάλλω, προϋποβάλλω, προυποβάλλω, συγκαταβάλλω, συμβάλλω, συμμεταβάλλω, συμπεριβάλλω, συμπροβάλλω, συναντιβάλλω, συναποβάλλω, συνδιαβάλλω, συνδιεκβάλλω, συνεισβάλλω, συνεκβάλλω, συνεμβάλλω, συνεπιβάλλω, συνυπερβάλλω, συνυποβάλλω, ὑπεκβάλλω, ὑπεμβάλλω, ὑπερβάλλω, ὑποβάλλω, ὑποδιαβάλλω, ὑποκαταβάλλω
- προσαναβάντες
-
- Parse: Part: Aor Act Nom Plur Masc
- Root: προσαναβαίνω
- προσαναβάσεως
-
- Parse: Noun: Gen Sing Fem
- Root: προσανάβασις
- προσανάβασις
-
- Parse: Noun: Nom Sing Fem
- Meaning:
- a going up, ascent
- an uphill road
- Cognates:
ἀνάβασις, βάσις, διάβασις, ἔκβασις, ἐπίβασις, κατάβασις, παράβασις, παρέκβασις, προσανάβασις, πρόσβασις
Feminine Noun Singular Plural NOM προσανάβασις προσαναβάσεις GEN προσαναβάσεως προσαναβάσεων DAT προσαναβάσει προσαναβάσεσι(ν) ACC προσανάβασι(ν) προσαναβάσεις
- προσανάβηθι
-
- Parse: Verb: 2Aor Act Imperative 2nd Sing
- Root: προσαναβαίνω
- προσαναβῆναι
-
- Parse:
- Verb: Aor Act Infin
- Verb: Aor Act Opt 3rd Sing
- Root: προσαναβαίνω
- Parse:
- προσαναβήσεται
-
- Parse: Verb: Fut Mid Ind 3rd Sing
- Root: προσαναβαίνω
- προσαναλαμβάνω
-
- Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
- Meaning: to welcome, take in besides
- Cognates:
ἀναλαμβάνω, ἀντιλαμβάνω, ἀπολαμβάνω, διαλαμβάνω, ἐκλαμβάνω, ἐπικαταλαμβάνω, ἐπιλαμβάνω, καταλαμβάνω, λαμβάνω, μεταλαμβάνω, παραλαμβάνω, περιλαμβάνω, προκαταλαμβάνω, προλαμβάνω, προσαναλαμβάνω, προσλαμβάνω, συλλαμβάνω, συμπαραλαμβάνω, συμπεριλαμβάνω, συναντιλαμβάνομαι, ὑπολαμβάνω
- προσαναλέγω
-
- Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
- Active Meaning:
- to collect besides
- Middle Meaning:
- to rehearse (besides)
- to relate, tell in addition
- Cognates:
ἀναλέγω, ἀντιλέγω, ἀπολέγω, διαλέγω, ἐκλέγω, ἐπιλέγω, καταλέγω, λέγω, προλέγω, προσαναλέγω, προσλέγω, συγκαταλέγω, συλλέγω
- Forms:
- προσαναλεξάμενος Part: Aor Mid Nom Sing Masc
- προσαναλεξάμενος
-
- Parse: Part: Aor Mid Nom Sing Masc
- Root: προσαναλέγω
- προσαναλίσκω
-
- Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
- Meaning: to spend lavishly, spend in addition, expend further
- Cognates:
ἁλίσκομαι, ἀναλίσκω, ἐξαναλίσκω, καταναλίσκω, παραναλίσκω, προσαναλίσκω, συναλίσκομαι
- Forms:
- προσαναλώσασα Part: Aor Act Nom Sing Fem
- προσαναλώσασα
-
- Parse: Part: Aor Act Nom Sing Fem
- Root: προσαναλίσκω
- προσαναπαύσομαι
-
- Parse: Verb: Fut Mid Ind 1st Sing
- Root: προσαναπαύω
- προσαναπαύω
-
- Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
- Active Meaning:
- to cause to rest also
- Middle Meaning:
- to find rest with (someone)
- Cognates:
ἀναπαύω, ἀποπαύω, διαναπαύω, διαπαύω, ἐπαναπαύω, καταπαύω, παύω, προσαναπαύω, συναναπαύω
- Forms:
- προσαναπαύσομαι Verb: Fut Mid Ind 1st Sing
- προσαναπληροῦσα
-
- Parse: Part: Pres Act Nom Sing Fem
- Root: προσαναπληρόω
- προσαναπληρόω
-
- Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
- Meaning:
- to fill up, replenish besides, supply
- to add further to (what was already present)
- to finish, complete (e.g., to finish the remaining days of imprisonment)
- Cognates:
ἀναπληρόω, ἀνταναπληρόω, ἐκπληρόω, ἐπιπληρόω, πληρόω, προαναπληρόω, προσαναπληρόω, συμπληρόω
- Forms:
- προσαναπληροῦσα Part: Pres Act Nom Sing Fem
- προσανεπλήρωσαν Verb: 1Aor Act Ind 3rd Plur
- προσαναπληρώσωσιν
-
- Parse:
- Verb: Pres Act Subj 3rd Plur
- Verb: Aor Act Subj 3rd Plur
- Root: προαναπληρόω
- Parse:
- προσανατίθημι
-
- Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
- Meaning:
- to add, contribute
- to lay before, submit
- to consult (with someone)
- Cognates:
ἀνατίθεμαι, ἀνατίθημι, ἀντιδιατίθημι, ἀντιτίθημι, ἀποτίθημι, διατίθεμαι, διατίθημι, ἐκτίθημι, ἐντίθημι, ἐπιπροστίθημι, ἐπιτίθημι, κατατίθημι, μετατίθημι, παρακατατίθημι, παρατίθημι, περιτίθημι, προεκτίθεμαι, προσανατίθημι, προστίθημι, προτίθημι, συγκατατίθεμαι, συγκατατίθημι, συνεπιτίθημι, συντίθημι, τίθημι, ὑπερτίθημι, ὑποτίθημι
- Forms:
- προσανεθέμην Verb: 2Aor Mid Ind 1st Sing
- προσανέθεντο Verb: 2Aor Mid Ind 3rd Plur
- προσανατρέψουσι, προσανατρέψουσιν
-
- Parse: Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
- Root: προσανατρέπω
- προσαναφέρεται
-
- Parse: Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Sing
- Meaning: to refer to, report
- Root: προσαναφέρω
- προσαναφέρουσιν
-
- Parse: Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
- Root: προσαναφέρω
- προσαναφέρω
-
- Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
- Meaning:
- to refer to, report
- to make a supplementary declaration
- to bring (something to an authority)
- Cognates:
ἀναφέρω, ἀποφέρω, διαφέρω, εἰσφέρω, ἐκφέρω, ἐμφέρω, ἐπεισφέρω, ἐπιφέρω, καταφέρω, μεταφέρω, παραφέρω, παρεισφέρω, παρεκφέρω, παρεμφέρω, περιφέρω, προεκφέρω, προσαναφέρω, προσφέρω, προφέρω, συγκαταφέρω, συμφέρω, συμπεριφέρω, συναναφέρω, ὑπερφέρω, ὑποφέρω, φέρω
- Forms:
- προσαναφέρουσι(ν) Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
- προσανενεχθῆναι Verb: Aor Pass Infin
- προσανοίσω Verb: Fut Act Ind 1st Sing
- προσανέβησαν
-
- Parse: Verb: 1Aor Act Ind 3rd Plur
- Root: προσαναβαίνω
- προσανεθέμην
-
- Parse: Verb: 2Aor Mid Ind 1st Sing
- Root: προσανατίθημι
- προσανέθεντο
-
- Parse: Verb: 2Aor Mid Ind 3rd Plur
- Root: προσανατίθημι
- προσανενεχθέντος
-
- Parse: Part: Aor Pass Gen Sing Masc/Neut
- Meaning: to bring forth, report
- Root: προσαναφέρω
- προσανενεχθῆναι
-
- Parse: Verb: Aor Pass Infin
- Root: προσαναφέρω
- προσανεπλήρωσαν
-
- Parse: Verb: 1Aor Act Ind 3rd Plur
- Root: προσαναπληρόω
- προσανέχειν
-
- Parse: Verb: Pres Act Infin
- Root: προσανέχω
- προσανέχω
-
- Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
- Meaning: to rise up toward (someone)
- Cognates:
ἀμπέχω, ἀνέχω, ἀντέχω, ἀπέχω, ἀποσυνέχω, διακατέχω, ἔχω, ἐμπεριέχω, ἐνέχω, ἐπέχω, ἐπισυνέχω, ἐξέχω, κατέχω, μετέχω, παρέχω, περιέχω, προέχω, προκατέχω, προσανέχω, προσέχω, συμμετέχω, συμπεριέχω, συνέχω, ὑπέχω, ὑπερέχω
- Forms:
- προσανέχειν Verb: Pres Act Infin
- προσανοικοδομέω
-
- Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
- Active Meaning:
- to build up
- Passive Meaning:
- to be built up (credit)
- to be added to
- to build an addition to one's home
- Cognates:
οἰκοδομέω (stem), ἀνοικοδομέω, διοικοδομέω, ἐποικοδομέω, κατοικοδομέω, περιοικοδομέω, συνοικοδομέω
- Concord:
NT: _
LXX: _
Apocrypha: Sir. 3:14
Apostolic Fathers: _ - Forms:
- προσανοικοδομηθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
- προσανοικοδομηθήσεται
-
- Parse: Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing (Sir. 3:14)
- Root: προσανοικοδομέω
- προσανοίσω
-
- Parse: Verb: Fut Act Ind 1st Sing
- Root: προσαναφέρω
- προσαντιβάλλω
-
- Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
- Meaning: to throw against
- Note: Like ἀντιβάλλω
- Cognates:
βάλλω, ἀμφιβάλλω, ἀναβάλλω, ἀνεκβάλλω, ἀνθυπερβάλλω, ἀνθυποβάλλω, ἀντεισβάλλω, ἀντεμβάλλω, ἀντιβάλλω, ἀντιδιαβάλλω, ἀντικαταβάλλω, ἀντιμεταβάλλω, ἀντιπαραβάλλω, ἀντιπεριβάλλω, ἀπεκβάλλω, ἀποβάλλω, ἀποπροβάλλω, διαβάλλω, διαμφιβάλλω, διαναβάλλω, διεκβάλλω, διεμβάλλω, διυποβάλλω, ἐγκαταβάλλω, εἰσβάλλω, ἐκπροβάλλω, ἐκβάλλω, ἐμβάλλω, ἐμπεριβάλλω, ἐνδιαβάλλω, ἐνιβάλλω, ἐπαμφιβάλλω, ἐπαναβάλλω, ἐπεισβάλλω, ἐπεκβάλλω, ἐπεμβάλλω, ἐπιβάλλω, ἐπιδιαβάλλω, ἐπικαταβάλλω, ἐπιπαρεμβάλλω, ἐπιπροβάλλω, ἐπιπροσβάλλω, καββάλλω, καθυπερβάλλω, καθυποβάλλω, καταβάλλω, καταπροβάλλω, μεταβάλλω, παραβάλλω, παρακαταβάλλω, παρασυμβάλλομαι, παρεισβάλλω, παρεκβάλλω, παρεμβάλλω, παρεπιβάλλω, περιβάλλω, περικαταβάλλω, περιπροβάλλω, προαποβάλλω, προβάλλω, προδιαβάλλω, προεισβάλλω, προεκβάλλω, προεμβάλλω, προεπιβάλλω, προκαταβάλλω, προμεταβάλλω, προπαραβάλλω, προσαναβάλλω, προσαντιβάλλω, προσαποβάλλω, προσβάλλω, προσδιαβάλλω, προσεκβάλλω, προσεμβάλλω, προσεπεμβάλλω, προσεπιβάλλω, προσκαταβάλλω, προσπαρεμβάλλω, προσπεριβάλλω, προσσυναποβάλλω, προσυπερβάλλω, προσυποβάλλω, προϋποβάλλω, προυποβάλλω, συγκαταβάλλω, συμβάλλω, συμμεταβάλλω, συμπεριβάλλω, συμπροβάλλω, συναντιβάλλω, συναποβάλλω, συνδιαβάλλω, συνδιεκβάλλω, συνεισβάλλω, συνεκβάλλω, συνεμβάλλω, συνεπιβάλλω, συνυπερβάλλω, συνυποβάλλω, ὑπεκβάλλω, ὑπεμβάλλω, ὑπερβάλλω, ὑποβάλλω, ὑποδιαβάλλω, ὑποκαταβάλλω
- προσάξομεν
-
- Parse: Verb: Fut Act Ind 1st Plur
- Root: προσάγω
- προσάξουσι, προσάξουσιν
-
- Parse: Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
- Root: προσάγω
- προσαπειλέω
-
- Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
- Meaning: to menace additionally; threaten further
- Cognates:
- Forms:
- προσαπειλησάμενοι Part: Aor Mid Nom Plur Masc
- προσαπειλησάμενοι
-
- Parse: Part: Aor Mid Nom Plur Masc
- Root: προσαπειλέω
- προσαποβάλλω
-
- Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
- Meaning: to throw away
- Cognates:
βάλλω, ἀμφιβάλλω, ἀναβάλλω, ἀνεκβάλλω, ἀνθυπερβάλλω, ἀνθυποβάλλω, ἀντεισβάλλω, ἀντεμβάλλω, ἀντιβάλλω, ἀντιδιαβάλλω, ἀντικαταβάλλω, ἀντιμεταβάλλω, ἀντιπαραβάλλω, ἀντιπεριβάλλω, ἀπεκβάλλω, ἀποβάλλω, ἀποπροβάλλω, διαβάλλω, διαμφιβάλλω, διαναβάλλω, διεκβάλλω, διεμβάλλω, διυποβάλλω, ἐγκαταβάλλω, εἰσβάλλω, ἐκπροβάλλω, ἐκβάλλω, ἐμβάλλω, ἐμπεριβάλλω, ἐνδιαβάλλω, ἐνιβάλλω, ἐπαμφιβάλλω, ἐπαναβάλλω, ἐπεισβάλλω, ἐπεκβάλλω, ἐπεμβάλλω, ἐπιβάλλω, ἐπιδιαβάλλω, ἐπικαταβάλλω, ἐπιπαρεμβάλλω, ἐπιπροβάλλω, ἐπιπροσβάλλω, καββάλλω, καθυπερβάλλω, καθυποβάλλω, καταβάλλω, καταπροβάλλω, μεταβάλλω, παραβάλλω, παρακαταβάλλω, παρασυμβάλλομαι, παρεισβάλλω, παρεκβάλλω, παρεμβάλλω, παρεπιβάλλω, περιβάλλω, περικαταβάλλω, περιπροβάλλω, προαποβάλλω, προβάλλω, προδιαβάλλω, προεισβάλλω, προεκβάλλω, προεμβάλλω, προεπιβάλλω, προκαταβάλλω, προμεταβάλλω, προπαραβάλλω, προσαναβάλλω, προσαντιβάλλω, προσαποβάλλω, προσβάλλω, προσδιαβάλλω, προσεκβάλλω, προσεμβάλλω, προσεπεμβάλλω, προσεπιβάλλω, προσκαταβάλλω, προσπαρεμβάλλω, προσπεριβάλλω, προσσυναποβάλλω, προσυπερβάλλω, προσυποβάλλω, προϋποβάλλω, προυποβάλλω, συγκαταβάλλω, συμβάλλω, συμμεταβάλλω, συμπεριβάλλω, συμπροβάλλω, συναντιβάλλω, συναποβάλλω, συνδιαβάλλω, συνδιεκβάλλω, συνεισβάλλω, συνεκβάλλω, συνεμβάλλω, συνεπιβάλλω, συνυπερβάλλω, συνυποβάλλω, ὑπεκβάλλω, ὑπεμβάλλω, ὑπερβάλλω, ὑποβάλλω, ὑποδιαβάλλω, ὑποκαταβάλλω
- προσαποθανεῖται
-
- Parse: Verb: Fut Mid Ind 3rd Sing
- Root: προσαποθνῄσκω
- προσαποθνῄσκω
-
- Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
- Meaning: to die besides, die also
- Cognates:
ἀνταποθνήσκω, ἀποθνήσκω, ἐναποθνήσκω, θνήσκω, προαποθνήσκω, προσαποθνῄσκω, συναποθνήσκω
- Forms:
- προσαποθανεῖται Verb: Fut Mid Ind 3rd Sing
- προσαπολέσαι
-
- Parse:
- Verb: Aor Act Infin
- Verb: Aor Act Opt 3rd Sing
- Root: προσαπόλλυμι
- Parse:
- προσαπόλλυμι
-
- Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
- Meaning:
- to destroy besides
- to put to death
- to cause (someone) to perish
- Cognates:
ἀπόλλυμι, διόλλυμι, ἐξαπόλλυμι, ἐξόλλυμι, ὄλλυμι, παραπόλλυμι, προσαπόλλυμι, συναπόλλυμι
- Forms:
- προσαπολέσαι Verb: Aor Act Infin
- προσαποστείλας
-
- Parse: Part: Aor Act Nom Sing Masc
- Root: προσαποστέλλω
- προσαποστέλλω
-
- Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
- Meaning:
- to dispatch besides, send off
- to send (an emissary to someone)
- Cognates:
ἀναστέλλω, ἀνταποστέλλω, ἀποδιαστέλλω, ἀποστέλλω, διαστέλλω, ἐξαποστέλλω, ἐπαποστέλλω, ἐπιστέλλω, καταστέλλω, περιστέλλω, προαποστέλλω, προεξαποστέλλω, προσαποστέλλω, προσυστέλλω, στέλλω, συναποστέλλω, συστέλλω, ὑποστέλλω
- Forms:
- προσαποστείλας Part: Aor Act Nom Sing Masc
- προσαπωθεῖται
-
- Parse: Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Sing
- Root: προσαπωθέω
- προσαρτάω
-
- Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
- Meaning: to fasten to, attach to
- προσαρτίως
-
- Parse: Adverb
- Meaning: lately, recently
- προσασπίζω
-
- Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
- Meaning: to stand up in defence of
- Note: See προασπίσαιμεν
- Cognates:
- προσαχέω
-
- Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
- Meaning: to resound, hear sound of surf
- Forms:
- προσάχειν Verb: Pres Act Infin
- προσαχθέντα
-
- Parse:
- Part: Aor Pass Nom/Acc Plur Neut
- Part: Aor Pass Acc Sing Masc
- Root: προσάγω
- Parse:
- προσαχθέντος
-
- Parse: Part: Aor Pass Gen Sing Masc/Neut
- Root: προσάγω
- προσαχθήσεται
-
- Parse: Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
- Root: προσάγω