μετῴκηκας
μετῴκιζε, μετῴκιζεν
  • Parse: Verb: Imperfect Act Ind 3rd Sing
  • Meaning: to lead settlers to another abode
  • Root: μετοικίζω
μετῴκισα
μετῴκισαν
μετῴκισε, μετῴκισεν
μετῳκίσθη
μέτωπα
μέτωπον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning:
    • forehead
    • literally: the space between the eyes
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMμέτωπονμέτωπα
GENμετώπουμετώπων
DATμετώπῳμετώποις
ACCμέτωπονμέτωπα
μετώπου
μετώπῳ
μετώπων