συνεκάθισαν
συνεκάθισε, συνεκάθισεν
συνεκάλεσαν
συνεκάλεσε, συνεκάλεσεν
συνεκάλυπτε, συνεκάλυπτεν
συνεκάλυψα
συνεκάλυψαν
συνεκαλύψατο
συνεκάλυψε, συνεκάλυψεν
συνέκαμψα
συνέκαμψε, συνέκαμψεν
συνεκβάλλω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
  • Meaning: to throw out along with
συνέκδημος
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: a fellow traveller, travelling companion
συνεκδήμους
συνεκέντησε, συνεκέντησεν
συνεκέρασε, συνεκέρασεν
συνεκεραύνωσαν
συνεκέχυτο
  • Parse: Verb: PluPerf Mid/Pass Ind 3rd Sing
  • Root: συγχέω
συνεκινεῖτο
συνεκίνησαν
συνεκκεντέω
  • Meaning: to pierce at once, stab at once
  • Forms:
    • συνεξεκέντησε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • συνεξεκέντησε(ν) Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
συνέκλασας
συνέκλασε, συνέκλασεν
συνεκλάσθη
συνέκλεισαν
συνέκλεισας
συνέκλεισε, συνέκλεισεν
συνεκλείσθησαν
συνεκλεκτή
συνεκλεκτός
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: chosen together with, co-elect, elected together with
  • Forms:
    • συνεκλεκτή Adj: Nom Sing Fem
συνεκόμισαν
συνεκόπην
συνεκόπησαν
συνέκοψα
συνέκοψε, συνέκοψεν
συνεκπολεμέω
  • Meaning:
    • to fight along with (someone) against (someone else)
    • to vanquish together
  • Forms:
    • συνεκπολεμῆσαι Verb: Aor Act Infin
    • συνεκπολεμήσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • συνεξεπολέμησε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
συνεκπολεμῆσαι
συνεκπολεμήσει
συνεκπορεύεσθαι
συνεκπορεύομαι
  • Meaning:
    • to go forth together with
    • to go out together with (someone)
    • to accompany (someone)
  • Forms:
    • συνεκπορεύεσθαι Verb: Pres Mid/Pass Infin
    • συνεξεπορεύοντο Verb: Imperfect Mid/Pass Ind 3rd Plur
συνέκριναν
συνέκρινε, συνέκρινεν
συνεκρότησαν
συνεκρότησε, συνεκρότησεν
συνεκροτοῦντο
συνεκρύπτετο
συνεκτίσθη
συνεκτραφέντων
συνεκτρέφω
  • Active Meaning:
    • to rear up along with
    • to bring up together
  • Passive Meaning:
    • to be raised with
    • to grow up with (someone)
  • Forms:
    • συνεκτραφέντων Part: Aor Pass Gen Plur Neut
συνεκτρίβω
  • Meaning:
    • to destroy utterly together, exterminate
    • to destroy (a group) all at once
  • Forms:
    • συνεκτρῖψαι Verb: Aor Act Infin
συνεκτρῖψαι
συνεκτρόφος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: reared up together with, brought up together with
  • Forms:
    • συνεκτρόφους Adj: Acc Plur Masc
συνεκτρόφους